Σιδεράς

Σιδεράς

Περιγραφή του σιδεράδικου και πληροφορίες για την τέχνη του σιδερά Βαγγέλη Κουλούμπαρδου στη Μιτζέλα (Αμαλιάπολις) Μαγνησίας), 1976

Το καμίνι είναι μια πέτρινη κατασκευή σχήματος κύβου, ακμής περίπου 80 εκατοστών, επενδεδυμένη εσωτερικά με πυρότουβλα. Στη μία κάθετη πλευρά του, που είναι φτιαγμένη από λαμαρίνα, είναι προσαρμοσμένο το προφύσι. Αυτό, είναι κατασκευασμένο από χυτοσίδηρο (μαντέμι) και έχει σχήμα κόλουρου κώνου. Η μεγάλη βάση του, διαμέτρου 60 εκατοστών περίπου, είναι προσαρμοσμένη σε τρύπα ίσης διαμέτρου στην λαμαρινένια πλευρά και ο κώνος έχει τη μικρή του βάση, διαμέτρου 18 εκατοστών περίπου, προς το εσωτερικό του καμινιού. Η περιοχή του καμινιού, μπροστά από την μικρή βάση του προφυσιού, είναι η περιοχή καύσης του κάρβουνου. Μπροστά από το καμίνι βρίσκεται το φυσερό, με την άκρη εξόδου του αέρα προσαρμοσμένη στη μεγάλη βάση του προφυσιού. Ετσι φυσώντας με το φυσερό, διοχετεύεται αέρας που -αποκτώντας μεγάλη ταχύτητα μέσα στο προφύσι- καίει τέλεια το κάρβουνο. Το φυσερό συγκρατείται από τρία καδρόνια σε σχήμα Π, στερεωμένα στο έδαφος μπροστά από τη λαμαρινένια πλευρά του καμινιού.

Η φόρτσα ή μικρό καμίνι είναι ένα είδος τετράγωνου μαγκαλιού με τέσσερα πόδια. Στη μία πλευρά της είναι στηριγμένη μία χειροκίνητη περιστρεφόμενη φτερωτή -η οποία, έχοντας στραμμένο το στόμιο της πάνω από τα κάρβουνα- διοχετεύει αέρα με μεγάλη ταχύτητα, καίγοντας έτσι το κάρβουνο.

Το κάρβουνο που χρησιμοποιείται σήμερα είναι ρώσικο και το λένε “Κάρντιφ”, παλαιότερα χρησιμοποιούσαν ξυλοκάρβουνο φτιαγμένο από ρείκι, που είναι το πιο κατάλληλο για να “βράζει” το σίδερο. Αυτό συμβαίνει, επειδή το ξυλοκάρβουνο από ρείκι δεν περιέχει θειάφι και άλλες προσμίξεις, και έτσι το σίδερο δεν θαμπώνει και δεν δημιουργεί σκουριές. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα δεν χρειάζεται άμμος ή βόρακας για την επεξεργασία του σίδερου.

Το αμόνι είναι μισό σιδερένιο και μισό ατσάλινο. Παλαιότερα, τα αμόνια τα έφτιαχναν μισό από σίδερο και μισό από ατσάλι “βραστά” δηλαδή κολλούσαν το σίδερο με το ατσάλι πυρακτωμένα. Βρίσκεται τοποθετημένο πάνω σ’ ένα χοντρό κορμό δέντρου, γύρω από το οποίο ένα σιδερένιο στεφάνι έχει υποδοχές απ’ όπου κρέμονται τα διάφορα σφυριά. Το ένα άκρο του αμονιού έχει σχήμα κώνου και πάνω του ο σιδεράς φαρδαίνει ή μακραίνει το σίδερο, κτυπώντας το ανάλογα. Το άλλο άκρο είναι κωνικό, με επίπεδη την άνω επιφάνειά του και πάνω του ο σιδεράς ισιώνει και λειαίνει τις επιφάνειες του σιδέρου κτυπώντας το ανάλογα. Στο κεντρικό επίπεδο μέρος του αμονιού υπάρχουν δύο τρύπες “μάτια”. Η μία απ’ αυτές είναι στρογγυλή και πάνω της τοποθετείται το αντικείμενο που πρόκειται να τρυπηθεί. Η τρύπα γίνεται με χτύπημα της βαριοπούλας σε έναν ατσάλινο ζουμπά. Επειδή οι διαστάσεις της τρύπας που πρέπει να ανοιχθεί ποικίλλουν, χρησιμοποιούνται μήτρες που είναι μικρά εργαλεία σαν σωλήνες, με τρύπες διαφόρων μεγεθών που μεταβάλλουν το άνοιγμα της αρχικής τρύπας. Στα πόδια του αμονιού βάζουν 4 κομμάτια δέρματος, για να ακούγεται ωραία το “κελάδημα” του αμονιού.

Ο σκουριολόγος, είναι εργαλείο, με το οποίο σπάνε την σκουριά στο προφύσι, που πολλές φορές βγαίνει σαν ένα πιάτο.

Το κέλμπερ, είναι εργαλείο, με το οποίο σπρώχνουν ή μαζεύουν τα κάρβουνα προς το καμίνι.

Η βρεχτούρα, είναι μεταλλικό εργαλείο που χρησιμεύει σα λαβή και θήκη μας σκούπας, με την οποία καταβρέχεται στο κάρβουνο.

Η μπασακούλα είναι το δράπανο, με το οποίο ανοίγονται τρύπες. Είναι εργαλείο που δουλεύει αργά (γι μια τρύπα μπορεί να χρειασθεί και ολόκληρη ημέρα). Λιπαίνεται με σαπουνάδα, που εξασφαλίζει την ψύξη και την εύκολη περιστροφή του τρυπανιού.

Η κοπιδίστρα είναι ένας τύπος σφήνας με καλέμι, η αντίθετη άκρη της οποίας στενεύει, για να μπει στη μία από τις δύο τρύπες του αμονιού, με το αιχμηρό μέρος (καλέμι) προς τα πάνω. Ο σιδεράς βάζει επάνω το αντικείμενο που θέλει να κόψει και το χτυπάει με το σφυρί.

Καλέμια λέγονται όλα τα κοπίδια, αλλά στην πραγματικότητα είναι το τρόχισμα του κοπιδιού. Όταν η μύτη του κοπιδιού είναι στενή (μικρή γωνία), τότε το κοπίδι έχει λίγο καλέμι, όταν είναι φαρδιά (μεγάλη γωνία) έχει πολύ καλέμι. Αυτό που έχει πολύ καλέμι χρησιμοποιείται για να ανοίγει, να ξεχειλώσει τη λαμαρίνα και να προχωρά.

Το γυφτοψάλιδο/ατσάλινο ψαλίδι για σίδερα, το φτιάχνει ο ίδιος ο σιδεράς.

Το μήλιο μπαίνει ανάμεσα στις τρύπες δύο κομματιών μετάλλου, τοποθετημένων επάλληλα, για να φέρει τις τρύπες τη μία πάνω στην άλλη.