Κηροπλάστης

Κηροπλάστης

Το εργαστήριο της κηροπλαστικής απασχολούσε 3-4 άτομα. Κατασκεύαζαν κεριά και λαμπάδες σε διάφορα μεγέθη. Το μέγεθος καθορίζεται ανάλογα με το βάρος σε δράμια του κεριού. Υπήρχαν τα νούμερα 1,2,3,4,5,8,15,20,25,30 και 40 που ήταν κεριά. Από 50 έως 70 ήταν λαμπάδες. Υπήρχαν επίσης τα π1 που ήταν κεριά πολυελαίου, κοντά και χοντρά. Κάθε εργαστήριο είχε τα δικά του νούμερα. Όσο πιο μεγάλο νούμερο κερί ήταν τόσο πιο χοντρό φυτίλι είχε για να μπορεί να κάψει το κερί.

Το κερί έβραζε σε μεγάλο μπακιρένιο δοχείο ή σε φούρνο με κάρβουνα από πυρότουβλα με ένα τετράγωνο δοχείο από χοντρή λαμαρίνα από επάνω για να βράζει το κερί (ως το 1946-50), από εκεί έμπαινε σε διπλό δοχείο που ονομάζεται “Λαγκαβία”. Αυτό είναι ένα δοχείο που στον εξωτερικό του χώρο υπάρχει ζεστό νερό, για να κρατάει το λιωμένο κερί σε σταθερή θερμοκρασία και στο εσωτερικό βρίσκεται το λιωμένο κερί. Το φυτίλι το προμηθεύονταν σε κουβάρια. Τραβούσαν μαζί το φυτίλι από τόσα κουβάρια όσο χρειάζονταν για να έχει το φυτίλι το επιθυμητό πάχος. Στο καθαρό κερί έμπαινε υποχρεωτικά κίτρινο φυτίλι για να ξεχωρίζει.

Υπήρχε άλλη διαδικασία για τα μικρά νούμερα από 1-5, άλλη για τα 8-40 και άλλη για τις λαμπάδες. Για τ νούμερα 1-5 τύλιγαν το φυτίλι γύρω από ένα τετράγωνο πλαίσιο “τσέρκι”. Έπαιρναν τσέρκια, ένα για κάθε δάκτυλο και στα δύο χέρια και τα βουτούσαν στην λαγκαβία, τόσες φορές όσες χρειάζονταν ώστε να αποκτήσουν το επιθυμητό πάχος για το κάθε συγκεκριμένο νούμερο, το χειμώνα το βουτούσαν λιγότερες φορές και το καλοκαίρι περισσότερες γιατί σε χαμηλότερη θερμοκρασία κολλάει πιο εύκολα το κερί, μετά τα κρεμούσαν για να στεγνώσουν και έπειτα τα έκοβαν από κάτω, έτσι τα κεριά κρέμονταν σε ζευγάρια. Χρειάζονταν 5 λεπτά για να τελειώσουν με κάθε τσέρκι, ώστε να έχει το σωστό πάχος. Αφού τελείωναν, τα τσέρκια είχαν μία κάνουλα που από αυτή χυνόταν το λιωμένο κερί για να ξαναχρησιμοποιηθεί.

Για τα νούμερα 8-40 δεν χρησιμοποιούσαν τσέρκια αλλά ξύλα από καστανιά για να είναι αντοχής και από εκεί κρεμούσαν τα φυτίλια χωριστά.
Το φυτίλι το έκοβαν στην “κόφτρα” ανάλογα με το μήκος που ήθελαν. Η κόφτρα είναι μία οριζόντια σανίδα που επάνω υπάρχουν χαραγματιές που αντιστοιχούν σα διάφορα νούμερα κεριού. Σ’ αυτές τις εγκοπές μπαίνει ένα μαχαίρι. Στην άλλη άκρη της σανίδας υπάρχει ένα κυλινδρικό κατακόρυφο ξύλο, γύρω από αυτό τυλίγεται το φυτίλι, κόβεται με το μαχαίρι που θα βρίσκεται στην σωστή θέση ανάλογα με το νούμερο του κεριού που πρέπει να κατασκευαστεί και μετά το φυτίλι στρίβεται. Αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές ώστε στο τέλος γύρω από τον κατακόρυφο κύλινδρο να υπάρχουν πολλά φυτίλια. Γι’ αυτά τα νούμερα υπήρχε πιο βαθειά λαγκαβία και η διαδικασία ήταν η ίδια διαδικασία στα νούμερα 1-5.

Για τις λαμπάδες υπήρχε ο “τροχός” που είναι ένα στεφάνι με γάντζους από τους οποίους κρέμονται τα φυτίλια. Ο τροχός κρέμεται από μια αλυσίδα σε διάφορα ύψη ανάλογα με το μέγεθος της λαμπάδας. Από κάτω υπάρχει ένα δοχείο, το “καπέλλο”. Με μία κουτάλα ο κηροπλάστης περιχύνει το λιωμένο κερί στο φυτίλι με βαθειές χάλκινες κουτάλες με μύτη, το περίσσευμα μαζεύεται στο καπέλλο.

Αφού στέγνωναν τα κεριά, μετά τα γυάλιζαν με την “πλάνη” και το “πλανόχερο”. Η πλάνη είναι ένας πάγκος από καστανιά λείος. Λείο είναι και το πλανόχερο που είναι μία σανίδα από καστανιά με ένα χερούλι από πάνω. Στην πλάνη κοντά υπήρχε μία βρύση που άφηναν να τρέχει πολύ σιγά. Τρίβοντας τα κεριά με το πλανόχερο πάνω στην πλάνη κοντά υπήρχε μια βρύση που άφηναν να τρέχει πολύ σιγά. Τρίβοντας τα κεριά με το πλανόχερο πάνω στην πλάνη και με την βοήθεια του νερού, γυάλιζαν. Το γυάλισμα αυτό γινόταν μέχρι το 1952, οπότε με νόμο άλλαξε η σύνθεση της πρώτης ύλης του κηροπλάστη. Ήταν περίπου 30% κερί και το υπόλοιπο παραφίνη και προστέθηκε η στεατίνη. Έτσι, αν ο κηροπλάστης προσπαθούσε να γυαλίσει τα κεριά έσπαζαν, οπότε άλλαξε και η εμφάνιση των κεριών. Το φινίρισμα-στρώσιμο μπορεί να γίνει με βούτημα του κεριού τα δύο τελευταία χέρια σε καυτό κερί. Μεγάλες προετοιμασίες και πολύ δουλειά είχε το κηροπλαστείο δύο μήνες πριν το Πάσχα.