Καρπενίσι

Καρπενίσι

Τα παραδοσιακά επαγγέλματα

“Το σύνολο του παρελθόντος είναι πάντα εν ζωή και εν λειτουργία μέσα στο παρόν, ακόμη κι αν εμείς σήμερα δεν το θυμόμαστε πια”. Από τα μέσα του αιώνα που πέρασε, τα χωριά μας άρχισαν να γεμίζουν τις πόλεις, (για λόγους πολλούς, κυρίως πολιτικούς), εγκαταλείποντας τα πάντα και ερημώνοντας την ύπαιθρο. Ο λαϊκός πολιτισμός δέχεται καίριο πλήγμα, αφού οι εστίες που τον δέχονταν, τον έτρεφαν και τον κληροδοτούσαν σαν πολύτιμη παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, δεν υπάρχουν πια. Η επίδραση του νέου πολιτισμού πάνω στους “επαρχιώτες αστούς” θα παραμορφώσει τη ζωή τους, μεταβάλλοντας τον κοινωνικό ιστό, κόβοντας το νήμα με το παρελθόν και προσανατολίζοντάς τους σε νέα επαγγέλματα, άλλους τρόπους ζωής και νέες συνήθειες.

“Στα παλιά χρόνια, άρχιζε από τα βαθιά χαράματα η κίνηση της αγοράς του Καρπενησίου. Οι χαντζήδες στα χάνια ετοίμαζαν τον πατσά, τη φασολάδα ή τον τραχανά για τους πρωινούς ταξιδιώτες. Οι σιδεράδες στα ‘Γύφτικα’ είχαν βάλει μπρος τα φυσερά τους κι ακούονταν από τα γύρω να σφυρηλατούν ρυθμικά στο αμόνι τους τα ηνιά, τις σκεπαρνιές, τα τσεκούρια και τις σιδεριές. Στους σταύλους πετάλωναν ή ετοίμαζαν τ’ άλογα και τις άμαξες για τα ταξίδια. Οι φουρναρέοι είχαν κιόλας ξεφουρνήσει πριν ψέξει το ψωμί ενώ σε λίγο, με την ανατολή του ήλιου, οι ραφτάδες, οι τσαγκαράδες, οι μαραγκοί κι οι βαρελάδες κι οι άλλοι μαγαζάτορες, άνοιγαν τα μαγαζιά τους. Όσοι συνήθιζαν να σηκώνονται νωρίς άρχιζαν να ξεπροβάλλουν από τα σοκάκια και τις γωνιές φορώντας το σκούφο, το ντουλαμά, τις κάλτσες και τα στρωτά παπούτσια. Με τη μαγούρα στο χέρι τραβούσαν για πρωινό καφέ. Στην πλατεία ένας σαλεπιτζής γυρόφερνε το αχνιστό ρόφημα στο ‘ γκεγούμι’ με το μακρύ λαιμό…”.

Εικόνες των παλιών επαγγελμάτων, που αφορούν στον τόπο μας, θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε περιγράφοντάς τα σύντομα στα περιθώρια αυτής της ηλεκτρονικής σελίδας.

Αγωγιάτης : Μέχρι τη δεκαετία του ‘ 30 δεν υπήρχαν μεταφορικά μέσα και η έλλειψη δρόμων εμπόδιζε τις μεγάλες μετακινήσεις. Έτσι τα διάφορα προϊόντα με ζώα, κυρίως μουλάρια, από τους αγωγιάτες. Η αμοιβή του αγωγιάτη ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.

Αλμπάνης (Πεταλωτής) : Τα πέταλα ήταν κάτι σαν σιδερένια παπούτσια που τοποθετούσαν στις οπλές των αλόγων, για να μη φθαρούν και για να διατηρούν τα ζώα την ευστάθειά τους κατά τις μεταφορές, ώστε να μην γλιστράνε. (Εξάλλου, μέχρι τη δεκαετία του ’60 όλες σχεδόν οι μετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα). Το πετάλωμα ή καλύγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες. Έδενε το ζώο και με την τανάλια έβγαζε τα παλιά πέταλα, έκοβε με το μαχαίρι το νύχι που περίσσευε και το καθάριζε. Ζέσταινε τα πέταλα και τα κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο. Πεταλωτάδικα είχε το Καρπενήσι, στα “Γύφτικα”, αλλά και σε χωριά

Βαρελάς : Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ.

Γανωτής (Καλαντζής) : Τα παλιά μπακιρένια σκεύη, με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Η διαδικασία αυτή γίνονταν από ειδικούς τεχνίτες, συνήθως γυρολόγους, τους γανωτήδες. Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει. (Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘ 90 στο Καρπενήσι γάνωνε ο Καγκαράς).

Γυρολόγος (Πραματευτής) : Έφερνε παλιά στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς : υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή γίνονταν συνήθως σε είδος

Καφετζής : Από τα παλιότερα επαγγέλματα, με το καφενείο να είναι ο χώρος συγκέντρωσης και το μοναδικό μέσο διασκέδασης. Στα χωριά, ήταν μαζί καπηλειό, μπακάλικο και μικρό μαγειρείο. Εκεί μαζεύονταν οι άνδρες και περνούσαν την ώρα τους πίνοντας και σχολιάζοντας. Το καφενείο ήταν ανοιχτό από νωρίς το πρωί και δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο μερικά ξύλινα ράφια κι ο πάγκος με τη γκαζιέρα, τα μπρίκια και τα φλιτζάνια. Με ψάθινες καρέκλες και ξύλινα τετράγωνα τραπέζια κι έναν καλοσυνάτο καφετζή. Σήμερα όλα έχουν “εκσυγχρονισθεί” και γίνονται με μηχανές …

Κουρέας (Μπαρμπέρης) : Η περιποίηση των μαλλιών αποτελούσε φροντίδα του ανθρώπου, ενώ οι αρχαίοι τοποθετούσαν τη δύναμη της ζωής στα μαλλιά. Το επάγγελμα του κουρέα είναι γνωστό πριν από τον 5ο π.Χ. αι. και στα κουρεία σύχναζαν αργόσχολοι που τους άρεσε να φλυαρούν και να σχολιάζουν τα κοινωνικά. Γύρω στο 1918 άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αστυνομικές διατάξεις που ρύθμιζαν την υγιεινή και την καθαριότητα των κουρείων. Σήμερα όλα σχεδόν άλλαξαν…

Κρεοπώλης (Χασάπης): Επειδή παλιά δεν υπήρχαν ψυγεία, για να συντηρήσουν το κρέας, το φρεσκοσφαγμένο το πρωί ζώο έπρεπε να διατεθεί σε 24 ώρες. (Αλλού έδεναν κομμάτια κρέας με σχοινιά και το κατέβαζαν στο βάθος πηγαδιού). Αρχικά οι κρεοπώλες ήταν πλανόδιοι, αλλά αργότερα στήθηκαν πάγκοι και στεγάστηκαν σε ξύλινες παράγκες. Έπαιρναν τη χαντζάρα, έκοβαν όσο ήθελε η νοικοκυρά κι αφού ξεκρέμαγαν την παλάντζα, ζύγιζε το κρέας…

Λούστρος : Παλιότερα που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός μ’ ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, κάθονταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας στο Καρπενήσι, και περίμενε υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γίνονταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η “ιεροτελεστία” του βαψίματος..

Ξυλοκόπος : Παλιά τα ξύλα ζέσταιναν τους ανθρώπους, που φρόντιζαν από νωρίς να τα παραγγείλουν στους ξυλάδες. Αυτοί τα έκοβαν από το δάσος και τα μετέφεραν στα σπίτια. Εκεί τα έκοβαν με την κόφτρα και τα έσκιζαν με το τσεκούρι ή τις σιδερένιες σφήνες. Τα στοίβαζαν έτοιμα για τις σόμπες ή το τζάκι. Αργότερα οι έκαναν τις ίδιες δουλειές οι κορδέλες.

Μανάβης : Από τους πιο συμπαθητικούς μικροπωλητές που υπάρχουν μέχρι σήμερα. πλανόδιος ή μη. Το χειμώνα, τότε που δεν υπήρχαν θερμοκήπια και ψυγεία, λίγα τα φρούτα και τα ζαρζαβατικά. Όμως όταν άνθιζαν οι μπαξέδες με το έμπα της άνοιξης, γέμιζαν τα καλάθια του μανάβη με ντομάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, κυδώνια, μήλα κι ότι άλλο. Οκάδες και δράμια τότε δίπλα στη ζυγαριά και το τεφτεράκι για τα βερεσέδια. Σήμερα τα πράγματα είναι μάλλον διαφορετικά, αφού όλες τις εποχές μπορείς να βρεις τα πάντα. Τα θερμοκήπια, τα συντηρητικά, η κατάψυξη και οι κονσέρβες άλλαξαν το ρυθμό της φύσης, αλλά και της ίδιας της ζωής.

Μπακάλης : Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.

Μπασματζής (Υφασματοπώλης) : Σε λίγα κεφαλοχώρια και κυρίως στο Καρπενήσι, υπήρχαν τα καταστήματα υφασμάτων, που συνήθως ήταν και ραφτάδικα. Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

Μυλωνάς : Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο – άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού. Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι το και τον περιέστρεφε. Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά (5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα.

Ντελάλης : Η λέξη είναι μάλλον τούρκικη και σημαίνει “αυτός που ανακοινώνει τα μαντάτα”. Ο (ν)τελάλης ανακοίνωνε τα πάντα, ότι παραγγελία έπαιρνε από το τοπικό συμβούλιο ή από ιδιώτες. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό. Τους κατάργησαν τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα. Στη Γρανίτσα τον λέγανε “κράχτη” και τελευταίος ντελάλης ήταν ο Χαράλαμπος Μουλαροκώστας, που φόραγε φουστανέλα και τσαρούχια και πέθανε γύρω στο 1960. Στο Καρπενήσι από τους τελευταίους ήταν ο και ο Φούλας Καρκανέλης.

Οργανοπαίχτης : Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες ήταν περιφερόμενοι μουσικοί, τουρκόγυφτοι, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό σύνολο. Αποτελούσαν ομάδα 3-4 ατόμων, που περιφέρονταν σε γάμους και πανηγύρια. Η ζυγιά, όπως αποκαλούνταν, είχε δυο ζουρνάδες κι ένα νταούλι. Πολύ αργότερα προστέθηκαν άλλα όργανα, όπως κλαρίνο, βιολί, σαντούρι κλπ. Το ρεπερτόριό τους περιλάμβανε πολλά χορευτικά τραγούδια τοπικά και Ρουμελιώτικα, χορευτικά και αργά (επιτραπέζια). (Πασίγνωστος Καρπενησιώτης μουσικός ήταν ο Θεμιστοκλής Δημητρίου. Περισσότερα για τους ντόπιους οργανοπαίχτες θα βρείτε στη σελίδα μας “η μουσική μας”).

Σιδεράς : Οι σιδεράδες, οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως αξίνες (κασμάδες), τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μάσιες, μεντεσέδες, ονομάζονταν και “γύφτοι”, αφού οι περισσότεροι που ασκούσαν στο Καρπενήσι, τη Λάσπη και τη Φραγκίστα το επάγγελμα αυτό ήταν γύφτοι, που στέριωσαν εδώ όπως ήταν και οι πεταλωτές (αλμπάνηδες). Είχαν μάλιστα δημιουργήσει τη δική τους συνοικία “τα Γύφτικα” και είχαν συνθηματική γλώσσα “τα Ντόρτικα” για να συνεννοούνται. Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία. Λίγο πριν το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο άρχισαν να “χάνονται” από το Καρπενήσι ή να ενσωματώνονται στην τοπική κοινωνία ασκώντας άλλα επαγγέλματα. Σήμερα οι νέοι σιδεράδες, εργάζονται με πιο τυποποιημένες κατασκευές, η δουλειά τους είναι λιγότερο δύσκολη και οι ίδιοι δεν έχουν καμιά σχέση ή συνέχεια με ‘κείνους τους παλιούς σιδεράδες – γύφτους

Ράφτης – Καποράφτης : Η ραπτική και η υφαντουργία ήταν οικιακές ασχολίες, ιδιαίτερα των γυναικών που έφτιαχναν τα βασικά είδη ρουχισμού. Εδώ, υπήρχαν πολλοί επαγγελματίες ράπτες που ειδικεύονταν στην κατασκευή συγκεκριμένων ειδών εγχώριων ενδυμάτων από τσόχα ή υφαντό και τα έραβαν με μεταξωτή κλωστή (“μπρισίμι”), διακοσμώντας τα με γαϊτάνια, με κεντήματα και κουμπιά. Εκτός του ελληνοράφτη, (που έραβε την πολύπλοκη και δύσκολη φορεσιά, την οποία συνέθεταν η φουστανέλα, τα τσιπούνια, η σκούφια, τα ζουνάρια κλπ.), υπήρχε παλιά και ο καποράφτης. Η καποραπτική ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, μια βιοτεχνία των χωριών μας, με πρώτη ύλη το τραγόμαλλο, που κάλυπτε τις ενδυματολογικές ανάγκες του ποιμενικού κόσμου, ορεινών αλλά και πεδινών περιοχών. Στο Καρπενήσι και τα γύρω χωριά άνθιζε παλιά η βιοτεχνία παρασκευής στολών και για αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωσε από δω προμηθεύονταν ο ευζωνικός στρατός τις φουστανέλες του. Από τα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκαν οι φραγκοράφτες που έραβαν τις “ευρωπαϊκές” ενδυμασίες των αστών. Παράλληλα με τους φραγκοράφτες υπήρχαν και οι γυναίκες (μοδίστρες) για την ραπτική των γυναικείων ενδυμάτων τόσο στο Καρπενήσι, όσο και στα χωριά. Σήμερα υπάρχουν πολύ λίγοι ράπτες και μοδίστρες, εφόσον έχει επικρατήσει παντού το έτοιμο βιομηχανοποιημένο ρούχο.

Τσαγκάρης – Τσαρουχάς : Σήμερα όταν λέμε τσαγκάρη, εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα παπούτσια. Παλιότερα όμως, ο τσαγκάρης τα έφτιαχνε ο ίδιος από την αρχή μετά από παραγγελίες. Στο Καρπενήσι υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδες (βοηθούς) και τσιράκια (μαθητευόμενους). Δούλευαν ολημερίς για να ανταποκριθούν στις παραγγελίες, ιδιαίτερα όταν πόδεναν τους ευζώνους μετά την απελευθέρωση. Η κατασκευή ήταν χειροποίητη, αφού τα πάντα ήταν ραφτά ή καρφωτά. Έπαιρναν τη στάμπα του πέλματος του πελάτη, έφτιαχναν πρώτα το πάνω μέρος και ύστερα έκοβαν τη σόλα. Χρησιμοποιούσαν λεπίδια, φαλτσέτες, σουφλιά, βελόνες, κερωμένους σπάγκους, σφυριά και κυρίως τα καλαπόδια. Για να κρατήσουν περισσότερο οι σόλες έβαζαν μικρά πεταλάκια και καρφιά. Τσαρούχια φόραγαν άνδρες και γυναίκες που τα αγόραζαν ή τα κατασκεύαζαν μόνοι τους, όπως ήταν τα καθημερινά “γουρουνοτσάρουχα”. Με τον καιρό τα πάντα βιομηχανοποιήθηκαν και χάθηκε η δουλειά των τσαγκάρηδων. Στο Καρπενήσι σήμερα υπάρχει ένας μόνο παλιός τσαγκάρης – επιδιορθωτής.

Φωτογράφος : (Στο Καρπενήσι, μέχρι τελευταία υπήρχαν τα παραδοσιακά φωτογραφεία του Καλατζή και του Βάϊου Θεογιάννη, στους οποίους οφείλουμε και τις περισσότερες από τις παλιές φωτογραφίες μας).

Υφάντρα : Στην πατρίδα μας μέχρι το τις αρχές του 20ου αιώνα όλα τα μάλλινα και βαμβακερά είδη γίνονταν στον αργαλειό, ενώ όλα τα ρούχα υφαίνονταν σ’ αυτόν. Παλιά, όταν άνθιζε στον τόπο μας η βιοτεχνία υφασμάτων και ρούχων, οι υφάντρες δούλευαν ασταμάτητα, σε μια κουραστική, πολύπλοκη και με μικρή αμοιβή εργασία. Πάντως, τα περισσότερα νοικοκυριά είχαν στημένο τον αργαλειό τους για τον καιρό που δεν υπήρχαν γεωργικές εργασίες, ενώ η γνώση της υφαντικής ήταν απαραίτητο εφόδιο της γυναίακας. Οι υφάντρα έφτιαχνε τα ρούχα, τα σκουτιά, τα σπάργανα του μωρού και τα προικιά (φλοκάτες, κιλίμια, κουρελούδες, κουβέρτες, μαξιλάρια κ.α.). Πρώτη ύλη το μαλλί, που για να γίνει νήμα περνούσε από πολλές επεξεργασίες (“κουρά” προβάτων, διαλογή, πλύσιμο, κοπάνισμα, στέγνωμα, ξάσιμο, λανάρισμα, γνέσιμο, βάψιμο…