ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΕΚΛΕΙΨΕΙ

Τα διάφορα επαγγέλματα των ανθρώπων δημιουργούνται για να καλύψουν κάποιες ανάγκες που υπάρχουν στις διάφορες εποχές. Έτσι στα αρχαία τα χρόνια μπορεί να υπήρχε κάποιος τεχνίτης που θα ήταν πολύ σημαντικό γιατί έφτιαχνε τόξα και βέλη, όμως στη σημερινή εποχή θα ήταν τελείως άχρηστος αφού κανένας δεν χρειάζεται βέλη και τόξα. Ούτε θα μπορούσε σήμερα να ζήσει κάποιος κάνοντας το επάγγελμα του τσαγκάρη, γιατί δεν θα είχε καθόλου πελάτες. Υπάρχουν τόσα και τόσα μοντέλα παπουτσιών που μπορούμε εύκολα να αγοράσουμε κι όταν χαλάσουν δεν τα πηγαίνουμε για επισκευή αλλά τα πετάμε και αγοράζουμε καινούργια. Τα επαγγέλματα επομένως εξαρτώνται από την εποχή και τις ανάγκες της. Εμείς θα παρουσιάσουμε κάποια από τα επαγγέλματα που βρήκαμε ερευνώντας τις παλιότερες εποχές τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν ή τείνουν να εκλείψουν, έτσι για να μην ξεχαστούν κι αυτά όπως και πολλά άλλα ακόμα στοιχεία της παράδοσής μας.

Αγωγιάτης.

Τα παλιά τα χρόνια που δεν υπήρχαν τα αυτοκίνητα, οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες αφού και μια απόσταση μικρή για τα σημερινά δεδομένα, π.χ. για να πάμε από την Παναγία στο Λιμένα που είναι 6 χιλιόμετρα, φαινόταν πολύ μεγάλη. Έπρεπε οι άνθρωποι να πάνε με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Έτσι έχαναν πολύ χρόνο αλλά και κουραζόταν. Σκεφτείτε τώρα τις δυσκολίες που είχαν για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους. Γι’ αυτό υπήρχαν κάποιοι που έκαναν το επάγγελμα του αγωγιάτη. Χρησιμοποιώντας τα μουλάρια ή τα γαϊδούρια τους δεν έκαναν άλλη δουλειά παρά μόνο το καθημερινό δρομολόγιο από το χωριό μας στο Λιμένα κουβαλώντας ανθρώπους και εμπορεύματα.

Ντελάλης

Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές του χωριού είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Έτσι όταν ήθελαν να ανακοινώσουν κάτι στους κατοίκους είχαν το ντελάλη. Δουλειά του ήταν να γυρίζει σ’ όλο το χωριό και να φωνάζει αυτό που έπρεπε να μάθουν όλοι οι χωριανοί. Κυρίως στεκόταν στα ψηλότερα σημεία (όπως είναι η περιοχή Κολιτζάδικα) για να μπορεί να ακούγεται από όσο το δυνατόν περισσότερους. Η περιοχή αυτή αναφέρουμε ότι ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί ήταν οι κολιτζήδες οι παρατηρητές δηλαδή που έβλεπαν μέχρι τη θάλασσα και πρόσεχαν μην έρθει κανένα πειρατικό πλοίο για να ειδοποιήσουν και τους άλλους κατοίκους του χωριού να προφυλαχτούν. Αυτό το σημείο λοιπόν ήταν ιδανικό για το ντελάλη έτσι ώστε να ακουστεί από πολλούς συγχωριανούς. Ο ντελάλης έπρεπε να είναι βροντόφωνος για να μπορεί να φωνάζει δυνατά και να τον ακούνε και υπομονετικός γιατί έπρεπε να γυρίσει όλο το χωριό και να φωνάζει για να μεταφέρει το μήνυμα. Πληρωνόταν από την Κοινότητα. Σήμερα που υπάρχουν τα μεγάφωνα μπορεί πιο εύκολα να ανακοινώσει η Κοινότητα αυτό που θέλει στους κατοίκους, κι έτσι δε χρειάζεται ο ντελάλης.

Νεροκόπος (Υδρονομέας).

Στο χωριό μας υπάρχουν πολλές πηγές που κυλούν τα νερά τους από το βουνό μέχρι τη θάλασσα περνώντας από τους κήπους και τα χωράφια. Απ’ αυτά τα νερά οι κάτοικοι του χωριού μας πότιζαν τα χωράφια τους. Έφραζαν το αγώγι και οδηγούσαν το νερό στο χωράφι τους κι έτσι πότιζαν. Όμως πολλές φορές μάλωναν, γιατί έφραζε κάποιος το αγώγι για να ποτίσει και διαμαρτύρονταν ο άλλος που περίμενε πιο κάτω στο χωράφι του να έρθει το νερό. Έπρεπε λοιπόν να μπει μια τάξη. Έβαλαν λοιπόν το νεροκόπο που δούλευε από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο και ρύθμιζε τη διανομή του νερού στους κατοίκους για να ποτίσουν τα χωράφια τους. Στην αρχή τον πλήρωναν οι ίδιοι οι κάτοικοι, αργότερα όμως τον πλήρωνε η Κοινότητα. Δούλευε μέρα και νύχτα γιατί αλλιώς δε θα προλάβαιναν να ποτίσουν όλοι οι κάτοικοι. Κρατούσε μια τσάπα κι ανάλογα έφραζε το αγώγι και οδηγούσε το νερό στο χωράφι του κατοίκου που είχε σειρά να ποτίσει. Έτσι κανένας δε διαμαρτυρόταν. Ανάλογα με τη σειρά που πήγες και δήλωσες ότι θέλεις να ποτίσεις, γραφόσουν στη λίστα και κρατούσαν την προτεραιότητα αδιαμαρτύρητα.

Πεταλωτής

Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο. Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω - γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του.

Καλαθάς

Καλαθάδες υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Επειδή χρειάζονταν καλάθια για το μάζεμα της ελιάς αλλά και για τη μεταφορά των προϊόντων τους υπήρχαν οι καλαθάδες που έφτιαχναν καλάθια από καλάμια. Βέβαια πολλοί τα έφτιαχναν και μόνοι τους στα σπίτια τους και δεν αγόραζαν από τους καλαθάδες. Οι καλαθάδες έπαιρναν καλάμια που τα μάζευαν από τις όχθες των ποταμών και των βάλτων και τα έκοβαν κατά μήκος με ειδικά μαχαίρια. Τις λουρίδες αυτές από τα καλάμια τις έπλεκαν κι έφτιαχναν καλάθια και πανέρια σε διάφορα μεγέθη.

Γανωτής

Ο γανωτής μέχρι και πριν από 30 χρόνια περίπου γύριζε στο χωριό μας και φώναζε για να τον ακούσουν οι χωριανοί και να πάνε τις κατσαρόλες τους και τα άλλα σκεύη της κουζίνας και να τα γανώσουν. Είχε ένα μεταλλικό κυλινδρικό σκεύος μ’ ένα χερούλι από πάνω σαν κουβά. Στο κάτω μέρος έβαζε φωτιά για να βράζει το καλάι που βρίσκοντας στο πάνω μέρος του δοχείου σ’ ένα σκεύος. Με το λιωμένο ασημόχρωμο καλάι, έβαφε (γάνωνε) κουτάλια, πιρούνια, μαχαίρια, ταψιά, κατσαρόλες και στη συνέχεια τα σκούπιζε μ’ ένα βαμβάκι για να πάρουν γυαλάδα. Το λιωμένο καλάι το ανακάτευε μ’ ένα μεταλλικό μπαστουνάκι.

Ομπρελάς

Ο ομπρελάς που κάπου - κάπου κάνει την εμφάνισή του ακόμα και στις μέρες μας επισκεύαζε κατεστραμμένες ομπρέλες. Σήμερα βέβαια σπάνια επισκευάζουμε την ομπρέλα μας. Αν χαλάσει αγοράζουμε καινούργια.

Καρεκλάς

Ο καρεκλάς ήταν αυτός που έφτιαχνε καρέκλες, Έφτιαχνε πρώτα τον ξύλινο σκελετό της καρέκλας και στη συνέχεια έπλεκε με ψάθα τη βάση της καρέκλας όπου θα κάθονταν οι άνθρωποι. Αυτό γινόταν για να είναι πιο αναπαυτικές οι καρέκλες.

Ο σιδεράς

Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ότι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σ’ αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι. Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο μ’ ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από το σιδερά γιατί δούλευε με τα σίδερα που ήταν βαριά κι ακόμα ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά και ζεσταινόταν και γέμιζε και με μουντζούρες.

Οι ξυλοκόποι και οι πριονιτζήδες

Οι ξυλοκόποι ή μπαλτατζήδες πήγαιναν στο δάσος με τα τσεκούρια τους (μπαλτάδες) και έκοβαν ξύλα και τα πελεκούσαν. Οι ξυλοκόποι όπως διαβάσαμε στο βιβλίο του Στρατή Μολινού “Επώνυμα και Συντεχνίες” ήταν πολύ σημαντικοί σε περίοδο πολέμων αφού αυτοί πήγαιναν μπροστά και άνοιγαν δρόμους στο δάσος. Ήταν κάτι σαν το σημερινό Μηχανικό του στρατού. Τα ξύλα αυτά έπαιρναν μετά οι πριονιτζήδες και τα έκοβαν με τα πριόνια και τα έκαναν σανίδια. Αυτοί είχαν ένα πριόνι με δυο λαβές και το χειρίζονταν δυο άτομα που κάθονταν αντικριστά και έδιναν τη μορφή που ήθελαν στους κορμούς των δέντρων που έκοψαν οι ξυλοκόποι.

Ο Τσαγκάρης

Ο τσαγκάρης που μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ακόμα και σήμερα αλλά όχι με τις δουλειές που έκανε κάποτε, επισκεύαζε χαλασμένα παπούτσια. Τα χρόνια εκείνα δεν είχαν την πολυτέλεια οι άνθρωποι να αγοράζουν παπούτσια κάθε φορά που χαλούσαν τα παλιά τους. Τα πήγαιναν λοιπόν στον τσαγκάρη και τα διόρθωνε. Τα μπάλωνε αν κάπου είχαν σχιστεί, τα κολλούσε αν είχαν τρυπήσει, και έβαζε καινούργιες σόλες όταν είχαν φθαρεί οι παλιές. Σήμερα βέβαια αυτό το επάγγελμα πάει να χαθεί αφού πριν καλά καλά χαλάσουν τα παλιά μας τα παπούτσια, αγοράζουμε καινούργια. Κι όμως ο μπάρμπα Παναγιώτης ο καλός τσαγκάρης του χωριού μας με πόσο μεράκι διόρθωνε τα χαλασμένα παπούτσια των γονιών μας όταν εκείνοι ήταν παιδιά!

Ρετσινοσυλλέκτες

Οι ρετσινοσυλλέκτες μάζευαν το ρετσίνι από τα πεύκα του δάσους και το πουλούσαν. Μ’ αυτό γινόταν και γίνεται ακόμα και σήμερα η γνωστή ελληνική ρετσίνα.

Καμίνι

Το καμίνι το είχε κάποιος συγκάτοικός μας για να φτιάχνει ασβέστη. Αυτό ήταν σαν φούρνος ανοιχτός από πάνω όπου έβαζαν κομμάτια από τα πλούσια ασβεστολιθικά πετρώματα της περιοχής μας και άναβαν από κάτω δυνατή φωτιά που έκαιγε δυο τρεις μέρες συνέχεια κι έτσι έκαναν τον ασβέστη

Πολλά απ’ αυτά τα επαγγέλματα χάθηκαν. Έτσι είναι κι έτσι πρέπει να γίνεται γιατί ο κόσμος εξελίσσεται και προοδεύει. Οι παππούδες και οι πατεράδες μας όμως κάθε φορά που θα θυμούνται τον τσαγκάρη, το σιδερά, το γανωτή και όλους τους άλλους, θα θυμούνται με νοσταλγία τις καλές εποχές που εκείνοι έζησαν και που ήταν καλές εποχές παρόλο που είχαν τις δυσκολίες τους γιατί απλά ήταν οι εποχές που κι εκείνοι ήταν παιδιά.

Σε μας έμειναν κάποια επώνυμα που βγήκαν από τα επαγγέλματα για να θυμούμαστε κι εμείς αυτούς που με όλες τις δυσκολίες της εποχής έβγαζαν το ψωμί τους. Πολλά απ’ αυτά έχουν τη ρίζα τους σε τούρκικες ονομασίες αλλά αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό αφού μετά από 400 χρόνια σκλαβιά στους τούρκους είχαμε πάρει πολλές τουρκικές λέξεις. Παρακάτω θα αναφέρουμε μερικά επώνυμα της περιοχής μας που έχουν την προέλευσή τους σε επαγγέλματα (που φυσικά σήμερα δεν υπάρχουν) και δίπλα θα αναφέρουμε και την προέλευσή τους.

Χαλκιάς : Αυτός που επεξεργάζονταν το χαλκό, ο σιδεράς

Σιδέρης : Όπως και το παραπάνω έχει σχέση με το επάγγελμα του σιδερά

Καρεκλάς : Αυτός που έφτιαχνε καρέκλες

Βογιατζής : Αυτός που έβαφε. Προέρχεται από την τούρκικη λέξη boya που τη χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα για να δηλώσουμε το χρώμα.

Λαγουμτζής : Είναι εκπρόσωπος ενός ένδοξου επαγγέλματος όπως πάλι διαβάσαμε στο βιβλίο του Στρατή Μολινού “Επώνυμα και Συντεχνίες” ειδικά στην περίοδο του πολέμου. Τότε όταν γινόταν κάποια πολιορκία, οι λαγουμιτζήδες αναλάμβαναν να ανοίξουν σήραγγες (λαγούμια) κάτω από τα τείχη του φρουρίου, κι έβαζαν εκεί τα εκρηκτικά τους. Με την ανατίναξη των λαγουμιών τα τείχη ράγιζαν και πολλές φορές έπεφταν τελείως. “Στα τούρκικα η σήραγγα λέγεται lagim δηλ. λαγούμι και ο ειδικός στη διάνοιξή τους lagimci”.

Κατρατζής : Στα τούρκικα katran σημαίνει πίσσα, άσφαλτος κι επομένως κατρατζής ήταν αυτός που ασχολούνταν με την πίσσα. Κυρίως η δουλειά του ήταν να πισσάρει τα ιστιοφόρα και τις βάρκες που έπλεαν στη θάλασσα. Ακόμα με πίσσα άλειφε και τα βαρέλια.

Καλαφάτης : Η δουλειά του ήταν παρόμοια με του κατρατζή.

Καλφόπουλος : Από τη λέξη κάλφας που σήμαινε τον μαθητευόμενο ράφτη ή τσαγκάρη

Μαδεμλής : Είχε σχέση με την εξόρυξη και κατεργασία του χυτοσιδήρου που ακόμα και σήμερα ακόμα το λέμε μαντέμι η λέξη όμως είναι τούρκικη. Maden στα τούρκικα θα πει ορυκτό, μετάλλευμα.

Καϊτατζής : Προέρχεται από το μουσικό που έπαιζε γκάιντα (gayda).

Καλάης : Προφανώς το όνομα αυτό έχει τη ρίζα του στο επάγγελμα του γανωτή και στο καλάι που χρησιμοποιούσε στη δουλειά του.

Καφετζής : Το γνωστό επάγγελμα του καφεπώλη στα ελληνικά καφενεία.

 

Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

Στο χωριό μας τα παλιότερα χρόνια, προτού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κινητήρια δύναμη για τους μύλους ήταν το νερό. Συνήθως οι νερόμυλοι χτιζότανε μέσα σε ρεματιές και σε τέτοιο σημείο που το νερό να πέφτει από ψηλά και με ορμή για να γυρίζει τη ροδάνα που βρισκότανε στο εξωτερικό μέρος του μύλου, η οποία ήτανε συνδεδεμένη με ένα άξονα που με τη σειρά του γυρνώντας έδινε κίνηση στο εσωτερικό μέρος του μύλου. Για να εξασφαλίζουν την ορμή του νερού δεν έκαναν φράγματα όπως κάνουν σήμερα στα διάφορα υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Απλά εκμεταλλεύονταν τους νόμους της φυσικής κι ας μην ήξεραν φυσική. Γνώριζαν τη φύση και τις δυνάμεις της και κατάφερναν να τις προσαρμόσουν στις ανάγκες τους. Έτσι παρατήρησαν πως όταν βάλουμε το χέρι μας μπροστά στο άνοιγμα ενός νεροσωλήνα όταν ποτίζουμε τον κήπο το άνοιγμα μικραίνει και το νερό τινάζεται με μεγαλύτερη ορμή σε μεγαλύτερη απόσταση. Γι’ αυτό και δεν έκαναν φράγματα αφού δεν υπήρχε ούτε ο χώρος για μια μεγάλη Τεχνητή λίμνη αλλά ούτε και μεγάλη ποσότητα νερών. Τα νερά στην Παναγία τρέχουν όλο το χρόνο με μια μπορούμε να πούμε σταθερή ροή και ποσότητα. Στένευαν λοιπόν στην περιοχή του Νερόμυλου την κοίτη του νερού και αυτό έτρεχε με μεγαλύτερη ορμή και δύναμη ώστε να γυρίσει τη μεγάλη ροδάνα του εργοστασίου.

Η ροδάνα ήταν μια μεγάλη στρόγγυλη ξύλινη ρόδα που είχε στην περιφέρειά της μικρά ορθογώνια ξύλα πάνω στα οποία έπεφτε το νερό και τη γύριζε. Η ροδάνα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα και ήταν συνδεδεμένη με διάφορα γρανάζια και τροχαλίες, παλιότερα ξύλινα και αργότερα σιδερένια που δίνανε κίνηση στις πέτρες. Τα γρανάζια τα κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν ξύλινες ρόδες που είχαν καρφωμένα κάθετα στην περιφέρειά τους μικρά ξύλα περίπου 10 εκατοστών. Οι ρόδες αυτές έμπαιναν κάθετα η μια στην άλλη και έτσι μετέδιδαν την κίνηση την οποία μπορούσαν να της αλλάζουν την φορά και από κάθετη που ήταν από την πτώση του νερού να την κάνουν οριζόντια για την κίνηση της μυλόπετρας.

Τέτοιους μύλους είχαμε δύο ειδών: τους αλευρόμυλους και τους λαδόμυλους. Τον καιρό εκείνο στο χωριό μας υπήρχαν τρεις αλευρόμυλοι και τέσσερις λαδόμυλοι. Όλοι οι μύλοι βρίσκονταν κατά μήκος του ρυακιού που κυλούσε τα νερά από τις πηγές στη θάλασσα.

Ο ένας απ' αυτούς έκανε πολλές δουλειές για την εποχή του. Ήτανε εργοστάσιο. Εκτός από λαδόμυλος και αλευρόμυλος άλεθε και πιτίκα (φλούδα πεύκου) που τη χρησιμοποιούσανε τότε οι ψαράδες για να βάφουνε τα δίχτυα τους. Αργότερα έβαλε και πριονοκορδέλα κι έσκιζε ξύλα και μετά έβαλε και πρέσα και έφτιαχνε τούβλα. Κι όλα αυτά με κινητήρια δύναμη το νερό.

 

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΑΠΟΥΝΙΟΥ

Τίποτε δεν πετούσαν. Τα κατακάθια του λαδιού που έμεναν στα κιούπια - πουσάδες - τα έκαναν σαπούνι. Τους πουσάδες τους έβραζαν σ' ένα καζάνι με καυστική σόδα. Το μείγμα το 'βαζαν σε σκάφες για να στεγνώσει και μετά το 'κοβαν κομμάτια. Το σαπούνι ήταν έτοιμο. Σήμερα δε φτιάχνουν σαπούνια πια μ' αυτό τον τρόπο.

Ακόμα και τα κουκούτσια από την ελιά τα επεξεργάζονταν σε ειδικά εργοστάσια και το υπόλειμμα το χρησιμοποιούν σαν καύσιμο υλικό που έχει μεγάλη θερμαντική απόδοση επειδή έκτός από το ξύλο είναι εμποτισμένο και με λάδι.

Στα χρόνια της κατοχής οι Θάσιοι έβγαζαν τη νύχτα κρυφά λάδι, γιατί τους το 'παιρναν οι Βούλγαροι. Αντί για μυλόπετρες πατούσαν με τα πόδια τις ελιές και γι' αυτό το λάδι που έκαναν το έλεγαν "ποδόλαδο".

ΑΛΛΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ

Μπορεί η βασική καλλιέργεια να ήταν της ελιάς όμως οι πρόγονοί μας έπρεπε να καλλιεργήσουν και τα χωράφια τους για να πάρουν το σιτάρι και να κάνουν αλεύρι για το ψωμί της χρονιάς, να πάρουν καλαμπόκι για τις ζωοτροφές αλλά και για να πάρουν καλαμποκάλευρο για το ψωμί τους.

ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ

Στα παλιά τα χρόνια το όργωμα γινόταν με τα ζώα που έσερναν το αλέτρι με το υνί. Το αλέτρι ήταν ξύλινο. Τότε δεν υπήρχαν τα τρακτέρ. Το αλέτρι λοιπόν το έφτιαχναν μόνοι τους από ξύλο.

Έπαιρναν ένα ξύλο που στη μια του άκρη να ήταν κάπως γυριστό. Στο ξύλο αυτό και στο γυριστό του άκρο έκαναν μια σχισμή. Σ’ αυτή περνούσαν ένα άλλο ξύλο που είχε σχήμα αυγού. Σ’ αυτό το ξύλο υπήρχε ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο περνούσαν το υνί που ήταν σαν ένα μικρό φτυαράκι και μ’ αυτό όργωναν τα χωράφια τους.

Αργότερα έφτιαξαν σιδερένια αλέτρια που τα έσερναν και πάλι τα ζώα τους. Αυτά ήταν από κάτω μια ρόδα που μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει και να ρυθμίζει έτσι το βάθος των αυλακιών.

Μετά το όργωμα έπαιρναν τη σβάρνα για να σκεπάσουν τα αυλάκια και μαζί μ’ αυτά και το σπόρο που έσπειραν.

Η σβάρνα στην αρχή ήταν ξύλινη. Πολλά σανίδια το ένα δίπλα στο άλλο έφτιαχνα μια ξύλινη επιφάνεια που την έσερναν τα ζώα κι αυτή ισοπέδωνε το οργωμένο χωράφι. Αργότερα η σβάρνα έγινε ένα σιδερένιο πλέγμα που από κάτω είχε σίδερα έτσι ώστε εκτός από το ισοπέδωμα του οργωμένου χωραφιού και το σκέπασμα του σπόρου, να μπορεί να σπάζει και τους μεγάλους χωμάτινους σβώλους. Παλιότερα η σβάρνα γινόταν από κλαδιά που τα έπαιρναν και έβαζαν πάνω τους πέτρες για να γίνουν επίπεδα. Μετά τα ένωναν και έτσι μπορούσαν να τη σύρουν με τα ζώα τους και να ισοπεδώσουν το οργωμένο χωράφι και να σκεπάσουν το σπόρο που έσπειραν.

σβάρνα

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ - ΑΛΙΕΙΑ

Οι κτηνοτρόφοι για το άρμεγμα χρησιμοποιούσαν τα καρδάρια τα οποία ήταν σαν μικρά καζανάκια από μπακίρι. Μετά έβαζαν το γάλα στα λαμαρινένια “γκούμια” και το μετέφεραν. Για να αποθηκεύουν το τυρί χρησιμοποιούσαν βαρέλια ξύλινα και πήλινα κιούπια.

Για να κάνουν το τυρί έβαζαν το γάλα σε καζάνια, έριχναν τυρομαγιά και το άφηναν περίπου μια ώρα μέχρι να πήξει. Μετά το έσπαζαν με τα χέρια και το έβαζαν σε πανιά “τσαντίλες” και το κρεμούσαν μέχρι να στραγγίσουν τα υγρά. Μετά το κατέβαζαν, το έκοβαν φέτες και αφού το αλάτιζαν το έβαζαν σε δοχεία τενεκεδένια ή σε βαρέλια ξύλινα.

Για να κάνουν το γιαούρτι, έβραζαν το γάλα πρώτα και στη συνέχεια το άφηναν να κρυώσει. Όταν ήταν ακόμα χλιαρό, έβαζαν λίγο παλιό γιαούρτι. Αυτό γινόταν για να γίνει η ζύμωση. Το άφηναν έπειτα περίπου τέσσερις ώρες σε ζεστό μέρος σκεπασμένο με μια πετσέτα. Έπρεπε να μείνει ακίνητο γιατί αν το κουνούσε κάποιος τότε χαλούσε. Το σκεύος που χρησιμοποιούσαν ήταν πήλινες γαβάθες ή πήλινα κουπάκια.

Για να βγάλουν βούτυρο απ’ το γάλα, έβαζαν το γάλα σε ένα ξύλινο βαρέλι το οποίο στένευε προς τα πάνω και όταν άρχιζε να πήζει το χτυπούσαν επί ώρες με ένα ξύλο. Ο αφρός που δημιουργούνταν ήταν το βούτυρο.

Το ανθότυρο γινόταν από το υγρό που στραγγίζει απ’ το τυρί που είναι στη τσαντίλα που λέγεται τζίρος. Το τζίρο τον έβραζαν και από την επιφάνεια έπαιρναν το ανθότυρο ενώ από κάτω έμεναν τα υγρά. Το ανθότυρο το έβαζαν σε πανιά τα οποία κρεμούσαν για να φύγουν τα υπόλοιπα υγρά.

Το τουλουμίσο τυρί γινόταν μόνο το φθινόπωρο, όταν το γάλα είναι παχύ. Έπαιρναν το γάλα και το έβαζαν στο τουλούμι (ασκί από δέρμα κατσικιού) προσθέτοντας και αλάτι. Το κρεμούσαν και το άφηναν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου έως ότου φύγουν όλα τα υγρά και μείνει μόνο η κρέμα.

Για τα σαμάρια χρησιμοποιούσαν ξύλα από πλατάνι με τα οποία έκαναν το σκελετό. Μετά έπαιρναν πανί από τσουβάλι (“σκ’τι”) και αφού το ράβανε το γεμίζανε με χόρτο που το λέγανε ραγαζί. Μετά το εφαρμόζανε πάνω στο σκελετό.

Τα μπρούτζινα κουδούνια τα έλεγαν βροντίσα και τα λαμαρινένια τα έλεγαν μαλαθούνες. Συνήθως τα αγόραζαν έτοιμα από βιοτεχνίες. Εκεί όμως φαινόταν η τέχνη του βοσκού. Με κατάλληλα χτυπήματα που έκανε στην επιφάνεια του μπρούτζινου κουδουνιού, κατάφερναν να του δώσουν τον ήχο (τη φωνή) που ήθελαν. Έτσι κρεμούσαν στα κατσίκια τους κουδούνια με διαφορετικούς ήχους και μπορούσαν να καταλάβουν αν κάποιο από τα κατσίκια είχε ξεφύγει από το κοπάδι.

Στο χώρο της αλιείας λίγα πράγματα ήταν διαφορετικά απ’ αυτά που γίνονται σήμερα.

Τα δίχτυα τα έφτιαχναν με διχτόνημα (μπαμπακούρα) το οποίο έβαφαν με χρώμα που έπαιρναν από “πιτίκες” (φλούδες πεύκου) και τα πλέκανε με τη σαΐτα που ήταν ένα μικρό μυτερό ξυλάκι.

ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ

Στην Παναγία από τα παλιά τα χρόνια υπήρχαν πολλοί μελισσοκόμοι. Σ’ αυτό βοηθούσε η έντονη βλάστηση που υπάρχει σ’ αυτή την περιοχή. Τα πυκνά δάση πεύκου βοηθούσαν για την Παρασκευή από τις μέλισσες του περίφημου πευκόμελου.

Όμως τα παλιά τα χρόνια η καλλιέργεια των μελισσών δε γινόταν όπως σήμερα.

Οι κυψέλες ήταν κοφίνια φτιαγμένα από καλάμια. Είχαν σχήμα κωνικό και από έξω ήταν αλειμμένα με λάσπη ή κοπριά για να καλύπτονται οι τρύπες ανάμεσα στα καλάμια κι έτσι να προστατεύονται και οι μέλισσες αλλά και να μην κινδυνεύουμε να μας φύγει το μελίσσι.

Το φθινόπωρο παίρνανε την κερήθρα από την κυψέλη και με ένα μαχαίρι που πρώτα είχαν ζεματίσει με νερό καυτό, ξύνανε την κερήθρα, την βάζανε σε μια μηχανή και στριφογυρίζοντας έβγαινε το μέλι. Μετά το έριχναν στο φίλτρο για να καθαρίσει.

Για να φτιάξουνε κεριά έπαιρναν βαμβακόνημα το αλείφανε με ζεστό κερί και όταν πάγωνε και σκλήρυνε το ισιώνανε με το χέρι. Μετά παίρνανε το κορδόνι, το βουτάγανε σε ένα σκεύος μεταλλικό, κυλινδρικό που είχε μέσα κερί που έβραζε, το έβγαζαν και είχαν ένα λεπτό κερί. Αν ήθελαν να γίνει πιο χοντρό το βούταγαν κι άλλες φορές

 

Εικόνα από τρύγο μελιού

 

ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟ

 

Μετά τον τρύγο που τελείωνε τον Οκτώβριο άρχιζε η διαδικασία παραγωγής τσίπουρου. Πρώτα έβαζαν τα σταφύλια σε ξύλινα βαρέλια (παραβούτια) και τα πατούσαν με ένα ξύλο σε σχήμα σταυρού (για να πιάνει μεγαλύτερη επιφάνεια) το “πατητήρι” και τα πατούσαν κάθε μέρα για ένα μήνα περίπου. Στα μέσα Νοεμβρίου άρχιζε η λειτουργία του ρακοκάζανου που συνεχιζόταν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου.

Το ρακοκάζανο είναι ένας μεγάλος αποστακτήρας. Σ’ ένα μεγάλο βαρέλι θερμαίνεται και βράζει ο μούστους με τα τσίπουρα. Ο ατμός που δημιουργείται μεταφέρεται με ένα σωλήνα σ’ ένα άλλο βαρέλι που βρέχεται συνέχεια με νερό που ανανεώνεται για να είναι κρύο και λειτουργεί σαν ψυγείο. Εκεί ο ατμός ψύχεται και υγροποιείται. Αυτός ο υγροποιημένος ατμός που συγκεντρώνεται σε ένα δοχείο λέγεται σούμα ή πρωτοράκι. Αφού τελειώσουν με όλα τα σταφύλια το πρωτοράκι που πήραν το ξαναρίχνουν στον αποστακτήρα για καινούργια απόσταξη. Αυτό λέγεται μετάβρασμα. Τότε για να του δώσουν καλύτερη γεύση και άρωμα πρόσθεταν γλυκάνισο ή μαστίχα κλπ.

Για τη θέρμανση του καυστήρα χρησιμοποιούσαν - και χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα όπως είδαμε στα ρακοκάζανα που επισκεφτήκαμε - πυρηνόξυλο δηλαδή το υπόλειμμα από την επεξεργασία του κουκουτσιού (πυρήνα) της ελιάς.

Τα υπολείμματα των σταφυλιών που τα έβγαζαν από το καζάνι όταν τέλειωνε η απόσταξη δεν τα πετούσαν. Τα χρησιμοποιούσαν σα λίπασμα στα χωράφια τους. Έτσι βλέπουμε πως τίποτα απ’ αυτά που τους έδινε η φύση δεν το σπαταλούσαν.

Έτσι έφτιαχναν το τσίπουρο (ρακί) στην Παναγία.

Στην Παναγία η ποικιλία του σταφυλιού που υπάρχει για να βγάζουν το τσίπουρο λέγεται τζωρτζίνα. Για την ονομασία αυτή υπάρχει η εξής παράδοση η οποία μπορεί να είναι και αληθινή.

Στα παλιά τα χρόνια στη Θάσο υπήρχε μια ποικιλία σταφυλιών που έδινε εξαιρετικό κρασί. Το κρασί της Θάσου είναι γνωστό από τα αρχαία χρόνια. Όπως γράφει ο συγγραφέας Αθήναιος, ο θεός Διόνυσος λέει στον Έρμιππο : “Ακόμα και το Θάσιο (κρασί) που έχει και μήλου μυρωδιά, πιστεύω πως είναι ακόμη καλύτερο απ’ όλα τα κρασιά μετά το Χιακό που διώχνει όλες τις λύπες”. Αυτή η ποικιλία όμως προσβλήθηκε από κάποια αρρώστια και καταστράφηκε. Ζήτησαν λοιπόν πριν από πολλά χρόνια και πήραν από το Άγιο Όρος με το οποίο η Θάσος διατηρούσε στενή συνεργασία μια παρόμοια ποικιλία η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί και στη Θάσο που είχε τις ίδιες κλιματικές συνθήκες. Την ποικιλία αυτή την έφεραν Ρουμάνοι καλόγεροι και είχε προέλευση από την πολιτεία της Αμερικής τη Τζώρτζια και γι’ αυτό ονομάζονταν τζωρτζίνα. Στην αρχή η γεύση των σταφυλιών ήταν κάπως παράξενη σιγά σιγά όμως προσαρμόστηκαν στο έδαφος και το κλίμα της περιοχής και έγιναν σαν την παλιά ποικιλία σταφυλιών που έδινε το υπέροχο κρασί.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ - ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΑ - ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ

Οι δυσκολίες εκείνης της εποχής δεν ήταν μόνο στις δουλειές που είχαν να κάνουν έξω από το σπίτι. Και οι δουλειές του σπιτιού είχαν κι αυτές τις δικές τους δυσκολίες. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαν κι επομένως ούτε τις σημερινές συσκευές που κάνουν τη ζωή της νοικοκυράς πολύ εύκολη. Η σίγουρη πηγή ενέργειας ήταν το τζάκι. Το τζάκι ζέσταινε το σπίτι, αλλά είχε και πολλές άλλες χρήσεις. Εκεί ζέσταιναν το νερό για να κάνουν μπάνιο ή για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα πιάτα τους. Στο τζάκι έβαζαν και το τσουκάλι για να μαγειρέψουν. Από το τζάκι έπαιρναν τα κάρβουνα για το σίδερό τους.

Επίσης το τζάκι ήταν πολύ σημαντικό γιατί γύρω από το τζάκι που όπως και να το κάνουμε έδινε και λίγο φως μαζευόταν όλη η οικογένεια τα βράδια και συζητούσε.

Οι γυναίκες του σπιτιού έπρεπε να κατασκευάζουν και όλα τα απαραίτητα για το σπίτι. Χαλιά, πετσέτες, διακοσμητικά, ρούχα και ό,τι άλλο είχε ανάγκη το σπίτι. Θα εξετάσουμε λοιπόν και τις ασχολίες των γυναικών στο σπίτι, τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν και τον τρόπο που τα κατασκεύαζαν.

Εκτός από τις γυναίκες και οι άνδρες έπρεπε να κατασκευάσουν κάποια σκεύη για το σπίτι, όπως παγούρια, στάμνες, κουτάλες και άλλα. Όλα αυτά θα τα δούμε εξετάζοντας τη μικροτεχνία των προγόνων μας. Ακόμα θα δούμε τα εργαλεία τα οποία κατασκεύαζαν οι ίδιοι για να διευκολυνθούν στις εργασίες τους.

Φυσικά αποκορύφωμα τις οικοτεχνίας αποτελεί ο αργαλειός που θα τον εξετάσουμε χωριστά.

ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΡΟΥΧΩΝ

Η τεχνολογία διευκόλυνε ακόμα μια υποχρέωση των γυναικών όπως το πλύσιμο των ρούχων.

Εδώ και τρεις δεκαετίες το πλυντήριο ρούχων εισέβαλε σε κάθε σπίτι. Σήμερα οι γυναίκες βάζουν τα ρούχα στο πλυντήριο, ρίχνουν το απορρυπαντικό, πατάνε μερικά κουμπιά και φεύγουν. Παλιότερα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Επειδή τότε δεν είχε κάθε σπίτι και τη βρύση του, το νερό έπρεπε να το κουβαλάνε από κανένα μακρινό ποταμάκι ή από τη βρύση του χωριού που βρισκόταν στην πλατεία του χωριού.

Έβαζαν σ ένα καζάνι μεγάλο το νερό που είχαν φέρει κι έβαζαν μέσα και στάχτη από το τζάκι. Το καζάνι έβραζε πάνω στο χαρκόλακα (υπαίθριο τζάκι). Η στάχτη είχε την ιδιότητα να μαλακώνει το νερό κι έκανε το σαπούνι να βγάζει αφρό (σαπουνάδα). Μετά έπαιρναν νερό με μια κρατούνα από το καζάνι και το έριχναν μέσα σε μια σκάφη με τα άπλυτα ρούχα. Με ένα σαπούνι που το έφτιαχναν από λάδι, τα σαπούνιζαν και τα έβαζαν σε μια άκρη. Η σκάφη ήταν συνήθως ξύλινη. Αφού τελείωνε το σαπούνισμα τα ξέπλεναν στη βρύση της αυλής ή αν δεν είχαν βρύση τα πήγαιναν στη βρύση που υπήρχε στην πλατεία του χωριού. Έπειτα τα άπλωναν σε σχοινιά που είχαν κρεμασμένα στην αυλή τους για να στεγνώσουν. Τα λευκά τα ρούχα τα ξαναέβραζαν στο καζάνι, χωρίς στάχτη για να είναι λαμπερά.

Τα μεγάλα τα χαλιά τα πήγαιναν στις πηγές ή στο λάκκο που είχε τρεχούμενο νερό. Εκεί αφού τα άφηναν να μουλιάσουν στη συνέχεια έπιαναν από τη μία άκρη και τα χτυπούσαν με ένα ξύλο που λεγόταν “κοπανίδα” για να φύγουν οι βρομιές. Τα δίπλωναν λίγο λίγο και συνέχιζαν να τα χτυπούν. Αφού είχαν χτυπήσει όλο το χαλί στη συνέχεια το ξέβγαζαν με το τρεχούμενο νερό της πηγής ή του λάκκου. Απορρυπαντικό δε χρησιμοποιούσαν. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να έβαζαν λίγο σαπούνι απ’ αυτό που είχαν φτιάξει από το λάδι της ελιάς.

Το σιδερωμα

Φυσικά πρέπει να αναφέρουμε και για το σιδέρωμα των ρούχων. Το σίδερο για το σιδέρωμα είχε και τότε το σχήμα περίπου που έχουν και τα σημερινά, μόνο που δεν ήταν ηλεκτρικό. Για το ζέσταμά του χρησιμοποιούσαν κάρβουνα. Το πάνω μέρος του σίδερου μαζί με το χερούλι του άνοιγε και το εσωτερικό του σίδερου ήταν κούφιο. Το γέμιζαν λοιπόν με κάρβουνα από το τζάκι κι έτσι το ζέσταιναν και ήταν έτοιμο να σιδερώσει τα πλυμένα ρούχα.

Ξύλινη σκάφη

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ

Για να γίνει το ψωμί ήταν κι αυτό μια πολύ δύσκολη δουλειά. Για να φτιαχτεί σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε οι γυναίκες να φτιάξουν το προζύμι στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού χρησιμοποιώντας το σταυρολούλουδο. Εκείνη την ημέρα φτιαχνόταν το προζύμι της χρονιάς.

Η κάθε γειτονιά είχε το δικό της φούρνο. Πολλές φορές και κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να ζυμώσουν και να αφήσουν τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσουν στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσουν. Φυσικά αυτή τη δουλειά δεν την κάνανε κάθε μέρα. Ψωμί κάνανε μια φορά την εβδομάδα.

Αφού λοιπόν έπαιρναν προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί ζύμωναν μ’ αυτό το δικό τους ψωμί. Κάθε νοικοκυρά κρατούσε λίγο προζύμι όταν ζύμωνε για να έχει και για την επόμενη φορά που θα ήθελε να ζυμώσει. Το προζύμι αυτό ξίνιζε αλλά έτσι έπρεπε να γίνει γιατί ξέρουμε ότι για να φουσκώσει το ψωμί πρέπει να γίνει η ζύμωση από τους μύκητες. Το ξινισμένο προζύμι δηλαδή γινόταν μαγιά. Το έβαζαν λοιπόν μαζί με άλλο αλεύρι και νερό (ανάλογα όσο ψωμί ήθελαν να κάνουν) και το ζύμωναν με τα χέρια τους σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση σε όλο το ζυμάρι.

Το ζυμάρι που είχαν ζυμώσει στη μεγάλη ξύλινη σκάφη, το σκέπαζαν έβαζαν και κάτι βαρύ πάνω του και περίμεναν να φουσκώσει. Όταν φούσκωνε το έβαζαν σε μια βάση για να το πλάσουν. Έπαιρναν κομμάτια από ζυμάρι, αρκετά μεγάλα, και τα έδιναν το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τότε ήταν στρόγγυλα. Πάνω στο ψωμί χάραζαν με τα χέρια τους το σχήμα του σταυρού, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν έντονη η θρησκευτικότητα και το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Τα ψωμιά αυτά τα έβαζαν σε μια πινακωτή (στενόμακρη ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για το κάθε ψωμί) τα σκέπαζαν και με ένα πανί που το έλεγαν “μισάλι” και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν.

Τότε έπρεπε να ετοιμάσουν το φούρνο. Ο φούρνος ήταν σαν ένα μικρό σπιτάκι κτισμένος με τούβλα και πέτρες. Στη βάση είχαν τις πέτρες που ήταν ειδικές γιατί αυτές έπρεπε να κάψουν και πάνω σ’ αυτές θα έψηναν το ψωμί.

Στην αρχή έβαζαν μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβαν. Αφού είχε κάψει ο φούρνος, τότε “έσβηναν” το φούρνο, δηλαδή έβγαζαν έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μην καπνίζουν και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσαν στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηναν εκεί για να κρατάει κάποια θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα καθάριζαν τη βάση του φούρνου γιατί εκεί πάνω θα έβαζαν τα ψωμιά να ψηθούν και έπρεπε να είναι καθαρά.

Αφού τελείωναν με την προετοιμασία του φούρνου, έφερναν την πινακωτή με τα ψωμιά που έπρεπε να ψηθούν. Τα έβαζαν ένα ένα πάνω σ΄ ένα ξύλινο φτυάρι και τα έβαζαν μέσα στο φούρνο κατευθείαν πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Δε χρησιμοποιούσαν ταψί ή άλλο σκεύος. Το ζυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις πέτρες του φούρνου. Στη συνέχεια έκλειναν την πόρτα του φούρνου με μια λαμαρίνα για να μη φεύγει η θερμότητα και περίμεναν να ψηθεί το ψωμί.

Όταν κάποιος δεν είχε φούρνο και πήγαινε σε κάποιον γειτονικό για να ψήσει το ψωμί του, άφηνε σαν αμοιβή στον ιδιοκτήτη του φούρνου ένα καρβέλι.

ΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΑΣ

Η πρόοδος άλλαξε σημαντικά τη ζωή του ανθρώπου. Σχεδόν τα πάντα τα αγοράζουμε. Ρούχα εργαλεία, υποδήματα, σκεύη κ.ά. μπορούμε να τα αποκτήσουμε αγοράζοντάς τα.

Παλιότερα όμως υπήρχε μεγάλη φτώχια. Η Τεχνολογία δεν είχε εξελιχτεί αρκετά. Έτσι ήταν αναγκασμένοι να τα φτιάχνουν οι ίδιοι. Αν όχι όλα τα περισσότερα σκεύη που είχαν ανάγκη.

Παγούρια

Υπήρχαν πολλές κατηγορίες παγουριών. Τα παγούρια χρησίμευαν πολύ στους κατοίκους του χωριού γιατί τα έπαιρναν μαζί τους στα χωράφια, στις ελιές, στα αμπέλια κι έπιναν νερό. Δυο είδη που κατασκεύαζαν οι ίδιοι ήταν ο “μπούγκλος” και η “κρατούνα”. Και τα δυο κατασκευάζονταν από κολοκύθια.

Ο “μπούγκλος” για να μεγαλώσει, έπαιρναν το βλαστό της κολοκυθιάς με το κολοκύθι, όταν ακόμα αυτό ήταν μικρό, και τον ανέβαζαν πάνω σ’ ένα δέντρο. Το κολοκύθι με το βάρος του γινόταν μακρουλό σαν μπουκάλι. Αργότερα όταν είχε αναπτυχθεί, το έκοβαν και το άφηναν να ξεραθεί. Στη συνέχεια άνοιγαν μια τρύπα στην κορυφή του κοτσανιού - σα να ήταν το άνοιγμα του μπουκαλιού - άδειαζαν από μέσα το κολοκύθι και το ξέπλεναν καλά. Τώρα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν σαν παγούρι γεμίζοντας το κούφιο εσωτερικό του με νερό.

Η “κρατούνα” περνούσε την ίδια διαδικασία με το “μπούγκλο” μόνο που στην περίπτωσή της την κολοκυθιά δεν την κρεμούσαν στο δέντρο. Έτσι το κολοκύθι γινόταν μεγάλο και στρόγγυλο με μακρύ κοτσάνι. Αφού λοιπόν κι αυτή την ξέραιναν τότε τη διαμόρφωναν έτσι που να μοιάζει με μικρή κατσαρόλα. Άνοιγαν δηλαδή στο πλάι της μια τρύπα και το κοτσάνι της το χρησιμοποιούσαν σα χερούλι της κατσαρόλας. Την “κρατούνα” τη χρησιμοποιούσαν για να παίρνουν νερό απ’ τα καζάνια, για να παίρνουν λάδι κ.ά.

Ένα ακόμη σκεύος που ήταν απαραίτητο στους χωρικούς ήταν το “π’νάκ’” (πινάκι). Ξύλινο, με μέγεθος σαν μιας μικρής κατσαρόλας με καπάκι που έκλεινε πολύ καλά χρησίμευε για να βάζουν φαγητό που έπαιρναν μαζί τους στη δουλειά.

Επίσης για να κουβαλούν νερό στη δουλειά τους είχαν και το “γιατίκι”. Αυτό ήταν ένα ξύλινο παγούρι, σα μικρό βαρελάκι όπου έβαζαν το νερό που έπαιρναν οι γεωργοί στο χωράφι ή στο λιβάδι οι βοσκοί και στο δάσος οι ξυλοκόποι.

Οι βοσκοί στον ελεύθερο χρόνο τους - που ήταν αρκετός - έφτιαχναν ξύλινες κουτάλες, αδράχτια,, σκεύη κ.ά.

Για τα υπόλοιπα σκεύη της κουζίνας και τα σερβίτσια (ποτήρια, πιάτα, φλιτζάνια, κατσαρόλες) που ήταν πήλινα, γινόταν στο “τσ’καλαριό” (τσουκαλαριό). Αυτό ήταν ένα κεραμοποιείο που έφτιαχνε από πηλό βάζα, γλάστρες, κιούπια, κατσαρόλες και άλλα αντικείμενα.

Τα τουλούμια.

Τα τουλούμια ήταν ασκιά που μέσα έβαζαν το τυρί και το λάδι για να το μεταφέρουν από το ελαιοτριβείο στο σπίτι.

Φτιαχνόταν από το δέρμα των αρνιών και των κατσικιών. Αφού λοιπόν έγδερναν το αρνί ή την κατσίκα, έβαζαν το δέρμα της σε μια σακούλα και το αλάτιζαν. Το αλάτι το έβαζαν σαν συντηρητικό. Το έβαζαν στη συνέχεια στον ήλιο να ξεραθεί. Ύστερα το έδεναν καλά από πάνω κι από κάτω ώστε να γίνει σαν σακί. Μετά το έπαιρναν, το φούσκωναν και στη συνέχεια το ξύριζαν για να μην έχει τρίχες. Το τουλούμι ήταν έτοιμο για να δεχτεί το λάδι ή το τυρί που λεγόταν τουλουμίσιο.

Ο χερόμυλος

Είπαμε πιο πάνω για τους μύλους που άλεθαν ελιές και σιτάρι. Αυτοί ήταν μεγάλοι και άλεθαν μεγάλες ποσότητες. Εκτός απ’ αυτούς είχαν και το χερόμυλο. Χερόμυλο μπορούσε να έχει κάθε σπίτι. Αποτελούνταν από δύο στρογγυλές πέτρες με διάμετρο περίπου μισό μέτρο που τοποθετούνταν η μια πάνω στην άλλη. Η κάτω ήταν σταθερή. Η από πάνω είχε στο κέντρο της μια τρύπα και μπορούσε να γυρίζει. Έριχναν στην τρύπα λίγους σπόρους από καλαμπόκι ή σιτάρι και μετά έπιαναν ένα χερούλι που είχε η από πάνω και τη γύριζαν. Οι σπόροι τότε πήγαιναν ανάμεσα στις πέτρες και εκεί γίνονταν μικρά κομματάκια. Αν γυρίζαμε την πέτρα για πολλή ώρα γινόταν αλεύρι.

Το χειρόμυλο τον χρησιμοποιούσαν για μικρές ποσότητες και όταν ήθελαν να αλέσουν σπόρους για τις κότες τους και τα ζώα τους.

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ

Είπαμε και πριν ότι κάθε νοικοκυρά έπρεπε να κάνει μόνη της τα υφαντά του σπιτιού της. Γι’ αυτό έπρεπε να έχει έναν αργαλειό για να τα υφάνει.

Πριν όμως φτάσουμε στον αργαλειό θα πρέπει να δούμε πώς γινόταν η επεξεργασία του μαλλιού ή του βαμβακιού μέχρι να γίνει κλωστή. Η επεξεργασία αυτή περιλάμβανε τα εξής στάδια : Το πλύσιμο, το ξάσιμο, το λανάρισμα και το γνέσιμο

Το μαλλί που έπαιρναν από τα πρόβατα όταν τα κούρευαν το έπλεναν καλά για να φύγουν οι βρομιές του. Έβαζαν σε μια σκάφη χλιαρό νερό και έριχναν μέσα το μαλλί. Το νερό δεν έπρεπε να καίει γιατί το μαλλί μάζευε και δεν μπορούσε να ξαστεί. Το έπλεναν δυο και τρεις φορές. Το νερό από την πρώτη πλύση λεγόταν ρύπος κι αυτό δεν το πετούσαν αλλά το κρατούσαν για να το χρησιμοποιήσουν στη βαφή του μαλλιού με μπλε χρώμα.

Στη συνέχεια το έβαζαν μέσα σ’ ένα καλάθι για να φεύγουν τα νερά και το έβαζαν σε ένα σκιερό μέρος για να στεγνώσει. Δεν έπρεπε να το βάλουν στον ήλιο για να μην κιτρινίσει.

Όταν στέγνωνε άρχιζαν το ξάσιμο. Αυτό γινόταν με τα χέρια. Άνοιγαν σιγά σιγά το μαλλί για να γίνει απαλό και συγχρόνως το καθάριζαν και από κάποια σκουπιδάκια που είχε.

Έπειτα το πήγαιναν στη λανάρα. Η λανάρα ήταν δυο σανίδια με πυκνά σύρματα ή καρφιά καρφωμένα στην επιφάνειά τους. Ας πούμε σα δυο μεγάλες συρμάτινες βούρτσες. Το ένα απ’ αυτά ήταν σταθερό και το τοποθετούσαν με τα σύρματα προς τα πάνω. Το άλλο είχε μια λαβή απ’ όπου το κρατούσαν οι γυναίκες και το χρησιμοποιούσαν με τα σύρματα προς τα κάτω.

Στο σταθερό τμήμα της λανάρας έβαζαν μικρές τούφες από τα μαλλί που είχαν ξάσει και με το άλλο το τραβούσαν έτσι όπως χτενίζουμε τα μαλλιά μέχρις ότου οι ίνες του μαλλιού να γίνουν παράλληλες. Τότε το έβγαζαν μικρές μικρές τουλούπες ή περνούσαν μια φορά το κινούμενο τμήμα της λανάρας ανάποδα και έβγαινε το μαλλί από τη λανάρα και το τύλιγαν απαλά σε μικρούς κυλίνδρους που τους έλεγαν γύρους. Το μαλλί αυτό ήταν έτοιμο για γνέσιμο Το γνέσιμο γινόταν με τη ρόκα και το αδράχτι. Στη ρόκα που ήταν μια διχαλωτή βέργα έβαζαν τις τουλούπες από το μαλλί. Το αδράχτι ήταν ένα κυλινδρικό ξύλο που στη μέση ήταν πιο χοντρό και στις άκρες ήταν στην κάτω μυτερό για να μπορεί να γυρίζει και στην πάνω είχε ένα αυλάκι σα βίδα για να μπορεί να κατευθύνει την κλωστή να τυλίγεται. Στο κάτω μέρος το αδράχτι είχε το “σφιντίλι” Αυτό ήταν ένα στρόγγυλο ξυλάκι με μια τρύπα στη μέση για να περνάει από κει το αδράχτι. Αυτό το έβαζαν για να γυρνάει καλύτερα το αδράχτι Έβαζαν μια κλωστή και στην άκρη της τύλιγαν λίγο μαλλί. Στη συνέχεια, γύριζαν δυνατά το αδράχτι όπως γυρίζουμε τη σβούρα και έτσι λίγο λίγο το μαλλί περιστρέφονταν και γίνονταν κλωστή.

Για τους γύρους δε χρησιμοποιούσαν ρόκα. Επειδή ήταν καλά τακτοποιημένοι, τους κρατούσαν με το ένα χέρι και τους έκαναν κλωστή που τυλιγόταν στο αδράχτι, μόνο που αυτή τη φορά το αδράχτι δεν το γύριζαν στο πάτωμα σα σβούρα αλλά το κρατούσαν με το χέρι τους και το γύριζαν ψηλά στον αέρα.

 Όταν γέμιζε το αδράχτι έπρεπε να βγάλουν την κλωστή για να μπορέσουν να γνέσουν κι άλλο. Γι’ αυτό είχαν το τυλιγάδι. Κι αυτό όπως και η ρόκα ήταν μια διχαλωτή βέργα μόνο που στην άλλη άκρη του είχε μια τρύπα όπου έβαζαν κάθετα ένα μικρό ξυλάκι. Το μαλλί από το αδράχτι το τύλιγαν στο τυλιγάδι στη διχάλα της κορυφής και στο ξυλάκι της βάσης. Αν δεν είχαν τυλιγάδι μπορούσαν να το κάνουν και με τα χέρια τους χρησιμοποιώντας τη διχάλα που σχηματίζει ο αντίχειρας και ο δείκτης με τον αγκώνα. Έτσι η κλωστή γινόταν μια κουλούρα. Αυτή θα πήγαινε στην ανέμη και με το ροδάνι θα τυλιγόταν στα μασούρια για να πάει για ύφανση.

Η κουλούρα που είχε γίνει η κλωστή στο τυλιγάδι έπρεπε να τυλιχτεί στα μασούρια. Έμπαινε λοιπόν στην ανέμη που μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν κάθετο άξονα και μαζευόταν στα μασούρια. Τα μασούρια ήταν μικρά κυλινδρικά καλάμια περίπου 15 εκατοστά που ήταν τρύπια κατά μήκος. Τα μασούρια αυτά γύριζαν με τη βοήθεια του ροδανιού και η κλωστή τυλίγονταν γύρω από το μασούρι. Το ροδάνι ήταν μια ρόδα που γύριζε με το χέρι γύρω από ένα άξονα. Έτσι που γύριζε μετέδιδε την κίνηση με ένα σκοινί στο μασούρι κι έτσι τυλιγόταν η κλωστή.

Ανέμη και ροδάνι

Τα μασούρια τώρα ήταν έτοιμα να πάνε για να χρησιμοποιηθούν στον αργαλειό.

 

Για τον αργαλειό θα πούμε ποια ήταν τα εξαρτήματά τους και συγχρόνως θα περιγράφουμε και τη χρήση τους.

Το αντί

Βρισκόταν στο μέρος που καθόταν η υφάντρια. Ήταν ένα κυλινδρικό ξύλο που είχε κατά μήκος του μια σχισμή απ’ όπου περνούσε το υφάδι. Στην άκρη του είχε τρύπες όπου η υφάντρια τοποθετούσε ένα ξύλο το σφίχτη για αντίσταση και το στερέωνε για να μην περιστρέφεται.

Το πισαντί

Βρισκόταν στην άλλη άκρη του αργαλειού απ’ αυτήν που καθόταν η υφάντρια και είχε τυλιγμένο το στημόνι δηλαδή οι μακριές κλωστές που θα πλέξουν με τις κλωστές που θα χρησιμοποιήσει η υφάντρια για να κάνουν το πανί. Η διαφορά του με το αντί είναι ότι αυτό δεν έχει τη σχισμή κατά μήκος του.

Το στημόνι μετά το πισαντί και πηγαίνοντας προς την υφάντρια είχε δυο βέργες τοποθετημένες ανάμεσα στις κλωστές του για να μπορεί να ανοίγει καλύτερα και να περνάει η γυναίκα τη σαΐτα. Τα ξύλα αυτά λέγονταν σταυρόβεργες και εμπόδιζαν τις κλωστές να μπερδευτούν.

Τα μιτάρια.

Στη συνέχεια οι κλωστές από το στημόνι περνούσαν από τα μιτάρια. Η λέξη αυτή μας θυμίζει το μίτο της Αριάδνης δηλαδή το κουβάρι της κλωστής. Αυτά ήταν ζευγάρια και ήταν κατασκευασμένα ως εξής : σε δυο παράλληλες σιδερένιες βέργες περνούσαν θηλιές που έμπλεκαν μεταξύ τους όπως δείχνει το παρακάτω σχήμα

Οι κλωστές του στημονιού περνούσαν έτσι ώστε να μπλέκονται και με τις δύο θηλιές. Αυτό γινόταν έτσι ώστε να μπορούμε να τα κατευθύνουμε όταν θέλουμε προς τα πάνω και όποτε θέλουμε προς τα κάτω. Όπως είπαμε τα μιτάρια ήταν ζευγάρι. Έτσι οι κλωστές περνούσαν εναλλάξ οι μισές από το ένα μιτάρι και οι μισές από το άλλο.

Τα μιτάρια κρέμονταν από πάνω από τον αργαλειό με δυο καρούλια για να μπορούν να μετακινούνται πάνω-κάτω. Από την κάτω πλευρά ήταν συνδεδεμένα με δυο ξύλα σαν τα πετάλ του αυτοκινήτου που λέγονταν πατήθρες και η υφάντρια μπορούσε με το πάτημα του ποδιού της να ανεβάζει πότε το ένα και πότε το άλλο μετακινώντας αντίστοιχα και τις κλωστές του στημονιού τις μισές πάνω και τις μισές κάτω. Αυτό γινόταν εναλλάξ έτσι ώστε με τη μετακίνηση αυτή να μπλέκει το στημόνι με την κλωστή του μασουριού και να γίνεται το ύφασμα.

Μετά τα μιτάρια ήταν το χτένι. Το χτένι ήταν σα χτένα μόνο που ήταν κλειστό από και τις δύο πλευρές. Δηλαδή ανάμεσα σε δυο παράλληλα ξύλα τοποθετούσαν μικρά καλάμια αρκετά πυκνά έτσι ώστε να αφήνουν μικρές σχισμές ίσα ίσα να περνάνε οι κλωστές του στημονιού. Αυτό στηριζόταν στο χτενόξυλο. Δυο κάθετα σανίδια ενώνονταν με το κάτω μέρος του χτενόξυλου που ήταν σταθερό. Το πάνω μέρος μετακινούνταν έτσι ώστε να μπορούμε να τοποθετήσουμε ανάμεσα το χτένι. Τα δυο ξύλα του χτενόξυλου είχαν κατά μήκος τους μια σχισμή, σα συρτάρι για την καλύτερη τοποθέτηση του χτενιού.

Τα κάθετα ξύλα στερεώνονταν σε ένα άξονα που βρισκόταν πάνω στον αργαλειό και έτσι το χτένι μπορούσε να κινείται σα μια κούνια. Όταν λοιπόν η υφάντρια κουνούσε με τα πόδια της τις πατήθρες, τα μιτάρια ανεβοκατέβαιναν και μαζί τους ανεβοκατέβαιναν ανάλογα και οι κλωστές του στημονιού έτσι ώστε οι μισές ήταν προς τα πάνω και οι μισές προς τα κάτω. Έτσι άφηναν ένα άνοιγμα μεταξύ τους. Τότε πετούσαν τη σαΐτα με το μασούρι και έτσι ξετυλιγόταν η κλωστή ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού. Με το χτένι χτυπούσε την κλωστή αυτή έτσι ώστε να έρθει πολύ κοντά (σφιχτά) το υφασμένο κομμάτι. Έπειτα ανεβοκατέβαζε και πάλι με τις πατήθρες τα μιτάρια έτσι ώστε να αλλάξουν οι κλωστές του στημονιού θέση. Αυτές που ήταν πάνω κατέβαιναν και ανέβαιναν αυτές που ήταν κάτω. Έτσι πλέκονταν με την κλωστή που πέρασε η υφάντρια.

Αναφέραμε για τη σαΐτα Αυτή ήταν σα μικρή βάρκα που ήταν ανοιχτή κι απ’ τις δυο πλευρές. Κατά μήκος της είχε ένα σύρμα όπου περνούσαν το μασούρι με την κλωστή. Αυτό το σύρμα το έβαζαν στην ειδική θέση της σαΐτας και το ασφάλιζαν με ένα μικρό ξυλάκι για να μη μπορεί να βγαίνει. Στην πλευρά της είχε μια τρύπα απ’ όπου έβγαινε η κλωστή.

Στην άκρη του υφασμένου πανιού έβαζαν ένα σίδερο που αποτελούνταν από δυο κομμάτια και μπορούσαν να μεταβάλουν το μήκος του και λεγόταν ξίγκλα (τεντώστρα). Μ’ αυτό κρατούσαν τεντωμένο το πανί κι έτσι μπορούσαν να υφαίνουν καλύτερα και ευκολότερα.

Το υφασμένο πανί περνούσε μέσα από τη σχισμή που είχε το αντί έτσι ώστε να είναι τεντωμένο το στημόνι και το πανί και να μπορεί να γίνει η ύφανση.

Όταν η ύφανση προχωρούσε, τότε έβγαζαν το μεγάλο ξύλο που ασφάλιζε το πίσω αντί έβγαζαν και το σφίχτη από το αντί και μάζευαν το πανί γυρίζοντας το αντί και το πίσω αντί.

Τα δεσίματα γίνονταν όταν τελείωνε το υφαντό και έκοβαν τις κλωστές. Μετά έπαιρναν δυο - δυο τις κλωστές και τις δένανε σταυρωτά (σταυρόκομπος)

Βαφή του νήματος

Τα νήματα τα βάφανε με λουλάκι το μπλε, μ’ ένα φυτό την χίμελη το πράσινο, με καρυδότσουφλα το καφέ και το μπεζ και με φύλλα μουριάς το κίτρινο. Για τη βαφή όπως είπαμε χρησιμοποιούσαν το πρώτο νερό που έπλυναν το μαλλί (ρύπος).

Τα σχέδια που ύφαιναν ήταν : τα άστρα, τα στεφανάκια, ο σκύλος, η τσάρκα και τα άλικα.

Τα κορίτσια που ύφαιναν τα προικιά τους στον αργαλειό έλεγαν και το παρακάτω τραγουδάκι.

Τάκου τάκου ο αργαλειός μου

μέχρι να’ ρθει ο καλός μου

τάκου και σε λίγο φτάνει

με παπά και με στεφάνι

τάκου τάκου ο αργαλειός μου

μέχρι να’ ρθει ο καλός μου

μαντίλα από τα δάκρυα

δεν του έμεινε στα ξένα

αρχοντοπούλες τον ζητούν

μα αυτός πονεί για μένα

τάκου και σε λίγο φτάνει

τα χρυσά του για να βάνει

πέτα σαΐτα μου γοργή

και συ ψιλό μετάξι

να’ ρθει ο καλός μου τη Λαμπρή

να βρει χρυσά ν’ αλλάξει.

Τι πληροφορίες μας τις έδωσαν οι παλιές υφάντριες του χωριού

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στρατής Μολινός : Επώνυμα και συντεχνίες, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1992

Ερατώ Αγγελοπούλου Βολφ : Ο αργαλειός, Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ, Αθήνα 1986

Αναγνωστικό Β’ Δημοτικού 1968

 

 

Latitude: 39.873688 
Longitude: 20.750093
Βίτσα 440 07, Ιωάννινα Ελλάδα